Αποκαρδιωτικά στοιχεία: 20.000 Έλληνες γιατροί έχουν φύγει στο εξωτερικό

Η στελέχωση του ΕΣΥ με ιατρονοσηλευτικό προσωπικό, αλλά και η επιστροφή των χιλιάδων γιατρών που μετανάστευσαν στο εξωτερικό στα χρόνια των μνημονίων, απασχόλησαν την Ολομέλεια των Ιατρικών Συλλόγων της χώρας.

Προτεραιότητα για την επόμενη κυβέρνηση αποτελεί η στελέχωση του ΕΣΥ με ανθρώπινο δυναμικό, ιατρικό και νοσηλευτικό. Αυτό διατυπώνουν στα προεκλογικά προγράμματά τους όλα τα κόμματα, ενώ το «καμπανάκι» του κινδύνου κρούουν οι ίδιοι οι γιατροί για το ΕΣΥ, το οποίο – όπως λένε – βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης εξαιτίας της υποστελέχωσης.

Σύμφωνα με το iatropedia.gr, τα στοιχεία του ΟΟΣΑ είναι ιδιαίτερα αποκαρδιωτικά: Εκτιμάται ότι από το 2010 – εποχή που η χώρα μας μπήκε σε καθεστώς μνημονίων και επιτήρησης – και έως σήμερα, 20.000 Έλληνες γιατροί έχουν φύγει στο εξωτερικό, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας και καλύτερες αμοιβές.

Για την εκπαίδευση τους μάλιστα, η ελληνική πολιτεία έχει δαπανήσει πάνω από 7 δισ. ευρώ.

Δείτε τον αριθμό εκπαιδευμένων στην Ελλάδα ιατρών, ανά χώρα μετανάστευσης, μεταξύ 2008-20:

Οι πολιτικές λιτότητας «διέλυσαν» το ΕΣΥ

Όπως αποδεικνύει έρευνα που διενήργησε το Κέντρο Έρευνας & Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία την Πολιτική Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΚΕΠΥ), οι πολιτικές λιτότητας που επιβλήθηκαν την περίοδο της οικονομικής κρίσης είχαν καταστροφική επίδραση στη στελέχωση των νοσοκομειακών υπηρεσιών του ΕΣΥ.

Κατά την πρώτη φάση της οικονομικής κρίσης, τη χρονική περίοδο 2009-15, το ΕΣΥ απώλεσε το 20% του νοσοκομειακού του προσωπικού (απώλεια 18.869 θέσεων εργασίας, εκ των οποίων το 50% αφορούσε σε θέσεις ιατρικού, νοσηλευτικού και παραϊατρικού προσωπικού).

«Οι σφοδρές αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν εκείνη την εποχή απέτρεψαν περαιτέρω τη συρρίκνωση του ΕΣΥ, όμως το βαθύ τραύμα δεν επουλώθηκε τα επόμενα χρόνια, ενώ η πανδημία προκάλεσε νέα διαλυτική κατάσταση, με το ΕΣΥ να βρίσκεται πλέον στο χείλος της κατάρρευσης», αναφέρουν οι γιατροί του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ) σχολιάζοντας τη μελέτη.

Η «αιμορραγία» των Ελλήνων γιατρών προς τις χώρες του εξωτερικού συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια και έλαβε δραματικές διαστάσεις.

Ωστόσο, κατά τη δεύτερη φάση της οικονομικής κρίσης, τη χρονική περίοδο 2015-19, το νοσοκομειακό προσωπικό του ΕΣΥ αυξήθηκε κατά 7,4% (5.581 νέες θέσεις εργασίας, εκ των οποίων το 23% αφορούσε σε θέσεις ιατρικού, νοσηλευτικού και παραϊατρικού προσωπικού).

Αξίζει να σημειωθεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης ο ιδιωτικός τομέας διατήρησε εν πολλοίς τις θέσεις εργασίας στις ιδιωτικές κλινικές αυξάνοντας έτσι το μερίδιο του στη συνολική νοσοκομειακή απασχόληση στη χώρα από 18,8% το 2009 σε 20,7% το 2019.

Παρ’ όλα αυτά στο εξωτερικό οι Έλληνες γιατροί επιτυγχάνουν καλύτερες αμοιβές.

Οι ετήσιες ακαθάριστες αμοιβές ειδικευμένων, σύμφωνα με στοιχεία του 2020 του ΟΟΣΑ, αποδεικνύονται στα παρακάτω ενδεικτικά παραδείγματα:

Κατά τη διάρκεια της Ολομέλειας των Προέδρων των Ιατρικών Συλλόγων όλης της χώρας με το ΔΣ του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ) που έγινε το περασμένο Σάββατο (3/6) στη Σύρο συζητήθηκε ιδιαιτέρως το θέμα της υποστελέχωσης του ΕΣΥ.

«Είναι εξίσου εντυπωσιακό ότι παρά τη δημοσιονομική χαλάρωση και κυρίως την έλευση της πανδημίας το μεγαλύτερο μέρος αυτής της απώλειας (σ.σ.; γιατρών) είναι υπαρκτό και σήμερα, ενώ οι όποιες κινήσεις αποκατάστασης των κενών έγιναν με επικουρικό προσωπικό», ανέφεραν οι εκπρόσωποι των Ιατρικών Συλλόγων, μετά το πέρας της εκδήλωσης.

Παράλληλα, σημείωσαν πως «η γήρανση των εργαζομένων με μόνιμη απασχόληση, χωρίς αυτόματη αναπλήρωση των αποχωρήσεων, οδηγεί με συνέπεια στην οριστική αποδιάρθρωση των νοσοκομειακών υπηρεσιών του ΕΣΥ».

Το ΕΣΥ κατά τη διάρκεια της πανδημίας

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΚΕΠΥ για το υγειονομικό προσωπικό των νοσοκομείων του ΕΣΥ κατά την πανδημία, το Δεκέμβριο του 2022 – σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Υγείας στα νοσοκομεία του ΕΣΥ – εργάζονταν συνολικά 84.230 εργαζόμενοι, εκ των οποίων το 23% ήταν ιατροί, το 45% νοσηλεύτριες/τες και το υπόλοιπο 32% λοιπό προσωπικό.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, κατά τη χρονική δηλαδή περίοδο 2019-22, το νοσοκομειακό προσωπικό του ΕΣΥ αυξήθηκε κατά 9,4% (7.223 νέες θέσεις εργασίας, εκ των οποίων η πλειονότητα αφορούσε σε θέσεις νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού).

Το 2022 επίσης, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του ΥΠΥΓ, στα νοσοκομεία του ΕΣΥ εργάζονταν 19.921 ιατροί, εκ των οποίων το 49% ήταν μόνιμοι ιατροί (Διευθυντές και Επιμελητές του ΕΣΥ), το 41% ειδικευόμενοι και εξειδικευόμενοι ιατροί (με συμβάσεις ορισμένου χρόνου), το 9% επικουρικοί ιατροί (με μονοετείς συμβάσεις) και το 1% το υπόλοιπο ιατρικό προσωπικό.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, κατά τη χρονική δηλαδή περίοδο 2019-22, το ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων του ΕΣΥ αυξήθηκε κατά 5,7% (1.029 νέες θέσεις εργασίας ιατρών), αύξηση η οποία προήλθε κύρια από την αύξηση των επικουρικών ιατρών και την αύξηση των ειδικευομένων ιατρών το 2022, κατά το 3ο έτος δηλαδή της πανδημίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από το 2014 έως και το 2021 τα στοιχεία του ΥΠΥΓ καταγράφουν την ανησυχητική απώλεια σχεδόν 2.000 ειδικευομένων από το σύστημα υγείας (μείωση 16%), γεγονός το οποίο προφανώς σχετίζεται με τη φυγή νέων σε ηλικία ιατρών για απόκτηση ειδικότητας στο εξωτερικό.

Η αύξηση των ειδικευομένων το 2022, κατά το 3ο έτος δηλαδή της πανδημίας, είναι κατά πάσα πιθανότητα προϊόν παρατάσεων που δόθηκαν στους ήδη υπηρετούντες ειδικευόμενους.

ΕΣΥ και διαχρονικές σχέσεις εργασίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία του ΥΠΥΓ σχετικά με τη διαχρονική εξέλιξη των σχέσεων εργασίας των εργαζομένων στα νοσοκομεία του ΕΣΥ κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.

Πιο συγκεκριμένα το 2022, το 77,7% των εργαζόμενων στα νοσοκομεία του ΕΣΥ ήταν μόνιμο προσωπικό, το 9,5% ορισμένου χρόνου (πχ. ειδικευόμενοι ιατροί, αγροτικοί ιατροί) και το 12,8% επικουρικό προσωπικό (ιατρικό και νοσηλευτικό) με μονοετείς ή διετείς συμβάσεις εργασίας.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, κατά τη χρονική δηλαδή περίοδο 2019-22, η αύξηση του προσωπικού των νοσοκομείων του ΕΣΥ προήλθε σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από την αύξηση του επικουρικού προσωπικού και του προσωπικού ορισμένου χρόνου.

Αντιθέτως, κατά τη χρονική περίοδο 2019-22 το μόνιμο προσωπικό των νοσοκομείων του ΕΣΥ παρέμεινε στάσιμο (0,5% αύξηση, 321 νέες θέσεις μόνιμης εργασίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας).

Η στασιμότητα των μόνιμων θέσεων εργασίας στα νοσοκομεία του ΕΣΥ και η αντικατάσταση τους με επικουρικό προσωπικό ξεκίνησε ήδη από το 2017 (διάγραμμα 7), την περίοδο δηλαδή της οικονομικής κρίσης, και έγινε κυρίαρχη πρακτική κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Συνιστά δε ανησυχητική εξέλιξη με ανυπολόγιστες επιπτώσεις στην ποιότητα και συνέχεια των παρεχόμενων υπηρεσιών από τα νοσοκομεία του ΕΣΥ.

ΠΙΣ: «Οι ιδιώτες επιστρατεύτηκαν βιαίως για να καλύψουν τα κενά του ΕΣΥ»

Οι πρόεδροι των Ιατρικών Συλλόγων τόνισαν κατά τη διάρκεια της Ολομέλειας των Προέδρων, πως η υποστελέχωση του ΕΣΥ προκαλεί προβλήματα στην κάλυψη των υγειονομικών αναγκών της κοινωνίας, αλλά και στη συνεργασία με τους ελεύθερους επαγγελματίες γιατρούς, «οι οποίοι οδηγήθηκαν σε βίαιη επιστράτευση, προκειμένου να καλυφθούν –ανεπιτυχώς-οι ανάγκες που προέκυψαν στην αρχή της πανδημίας», όπως είπαν.

Παράλληλα επισημαίνουν, πως και μετά την πάροδο της πανδημίας η τραγική υποστελέχωση μονάδων σε νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές οδηγεί σε αδυναμία περίθαλψης περιστατικών που η ζωή τους βρίσκεται σε κίνδυνο, όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει σε αρκετές περιοχές με την έλλειψη αναισθησιολόγων ή την κατάρρευση των παθολογικών κλινικών.

Σύμφωνα με τους ιδιώτες γιατρούς, για την άμεση ανακούφιση των νοσοκομείων του ΕΣΥ απαιτείται η πλήρης αποκατάσταση καταρχήν των απωλειών της οικονομικής κρίσης σε ανθρώπινο δυναμικό, πέραν των ετήσιων προσλήψεων προς αντικατάσταση των αποχωρήσεων λόγω συνταξιοδότησης ή άλλων λόγων.

Απαιτείται επίσης η μονιμοποίηση των επικουρικών στα νοσοκομεία του ΕΣΥ.

Παράλληλα, όπως λένε «απαιτείται και η αποκατάσταση ενός κλίματος εμπιστοσύνης, επιστημονικής αναγνώρισης και εργασιακής ικανοποίησης. Προϋποθέσεις για την εδραίωση αυτού του κλίματος είναι η αναπλήρωση καταρχήν των μισθολογικών απωλειών της οικονομικής κρίσης και ο σχεδιασμός και υλοποίηση ενός συνεκτικού πλαισίου μη-οικονομικών κινήτρων, όπως εκπαιδευτικά κίνητρα», αναφέρει ο ΠΙΣ.

Χάρτης Υγείας

Τέλος, προϋπόθεση για την εκτίμηση των αναγκών της κοινωνίας αποτελεί ο Χάρτης Υγείας, όπως λένε οι γιατροί, στον οποίο πρέπει να αποτυπώνονται σε πραγματικό χρόνο όχι μόνον οι διαθέσιμες μονάδες και η στελέχωση που έχουν τη δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά κυρίως οι υγειονομικές ανάγκες της κάθε περιοχής.

«Το εγχείρημα έχει τεθεί επί τάπητος πολλές φορές, μάλιστα το 2012 χρηματοδοτήθηκε με 6 εκατ. ευρώ, χωρίς ποτέ να ευδοκιμήσει. Πρόκειται για έργο που λόγω μεγέθους και χρηματοδότησης πρέπει να αναληφθεί από το υπουργείο Υγείας και ο ΠΙΣ οφείλει να επιμείνει στην ταχύτερη δυνατή ανάληψη και διεκπεραίωση του έργου», υποστηρίζουν οι γιατροί του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου και καταλήγουν, πως χρέος τους είναι να πιέσουν κάθε επόμενη κυβέρνηση για κάλυψη των τεράστιων κενών του ΕΣΥ με μόνιμο ιατρικό δυναμικό και ταυτόχρονη θέσπιση μισθολογικών και επιστημονικών κινήτρων, όπως επίσης κινήτρων για τις άγονες και νησιωτικές περιοχές.

«Πέραν της επιδίωξης οι επικουρικοί να μετατραπούν σταδιακά σε εξαίρεση στελέχωσης του ΕΣΥ, πρέπει να διευθετηθούν ζητήματα που αφορούν στους παρατασιακούς γιατρούς, καθώς και τους γιατρούς που παρέχουν σήμερα υπηρεσίες στο ΕΣΥ με μπλοκάκι, χωρίς όμως να έχουν συμβατική υποχρέωση συμμετοχής στα προγράμματα εφημεριών», καταλήγουν.

ΠΗΓΗ: pentapostagma.gr

Προηγούμενο άρθροΒιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας: Τα σενάρια και οι διαφωνίες των ιστορικών
Επόμενο άρθροH Σοφία των Αριθμών αποτελούσε μέρος της διδασκαλίας των Αρχαίων Μυστηρίων